ТОНКИЙ

Rusca ТОНКИЙ nedir, Rusca - Yunanca sözlük ТОНКИЙ ne demek?

тонкий прям., лерен. λεπτός; \~ая талия η λεπτή μέση; \~ая ткань το λεπτό ύφασμα; \~ вкус το λεπτό γούστο; \~ая работа η λεπτή δουλειά

тонк||ийприл 1. λεπτός, ψιλός/ λιγνός, ἰσχνός, ἀδύνατος (в противоп. толстому): \~ое сукно τό λεπτό ὕφασμα· \~ слой τό λεπτό στρώμα· \~ие пальцы τά λεπτά δάκτυλα· \~ие ноги τά λεπτοκαμω-μένα πόδια· \~ голос ἡ ψιλή φωνή· \~ие различия οἱ λεπτές διαφορές· 2. (утонченный, изысканный) λεπτός, ἐκλεκτός: \~ слух ἡ λεπτή ἀκοή· \~ юмор τό λεπτό χιοῦμορ· \~-ие вина τά ἐκλεκτά κρασιά· \~ запах ἡ λεπτή μυρουδιά· \~ие духи τό ἐκλεκτό ἄρωμα· \~ие черты лица τά λεπτά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου· \~ая работа ἡ λεπτή δουλειά· 3. перен (хорошо разбирающийся в чем-л.) διορατικός, ἀγχίνους, ὁξυδερκής: \~ критик ὁ ὁξυδερκής κριτικός· \~ знаток ὁ βαθύς γνώστης· \~ ум τό λεπτό μυαλό, τό διαυγές πνεῦμα· 4. (хитрый, ловкий) πονηρός: \~ая лесть μαλαγανιά, ◊ \~ая кишка анат. τό λεπτό ἔντερο· \~ намек ὁ λεπτός ὑπαινιγμός· \~ая штучка разг ὁ κατεργάρης.


Rusca - Yunanca sözlüğünde Rusca ТОНКИЙ kelimesinin Yunanca manası nedir? Rusca dilindeki ТОНКИЙ kelimesinin Yunanca dilindeki manasını yukarıda okuyabilirsiniz. ТОНКИЙ diğer dillerde anlamlarına aşağıdan ulaşabilirsiniz.

Was this article helpful?

93 out of 132 found this helpful