СУД

Rusca СУД nedir, Rusca - Yunanca sözlük СУД ne demek?

суд м в рази. знач. το δικαστήριο* η δίκη (процесс)' народный \~ το λαϊκό δικαστήριο; отдать под \~ παραπέμπω στο δικαστήριο

судм 1. в разн. знач. τό δικαστήριο{ν}: Верховный Суд СССР τό 'Ανώτατο δικαστήριο τής ΕΣΣΔ· народный \~ τό λαϊκό δικαστήριο· военный \~ τό στρατοδικείο· военно-полевой \~ τό στρατοδικείο ἐκστρατείας· заседание \~е ἡ συνεδρίαση τοῦ δικαστηρίου· отдавать под \~, предавать \~у παραπέμπω στό δικαστήριο· подавать в \~ на кого-л. κάνω μήνυση κάποιον быть под \~ом εἶμαι ὑπόδικος· третейский \~ ἡ διαιτησία· 2. (суждение, мнение) ἡ κρίση: \~ истории ἡ κρίση τής ιστορίας· ◊ товарищеский \~ τό συντροφικό δικαστήριο· \~ чести τό δικαστήριο τιμής.


Rusca - Yunanca sözlüğünde Rusca СУД kelimesinin Yunanca manası nedir? Rusca dilindeki СУД kelimesinin Yunanca dilindeki manasını yukarıda okuyabilirsiniz. СУД diğer dillerde anlamlarına aşağıdan ulaşabilirsiniz.

Was this article helpful?

93 out of 132 found this helpful