КРАЙ
Rusca КРАЙ nedir, Rusca - Yunanca sözlük КРАЙ ne demek?
край м 1) (конец) η άκρη; на краю города στην άκρη της πόλης 2) (страна) о τόπος· родной \~ о πατρικός τόπος 3) (область) η περιοχή
кра||йIм 1. (конец) ἡ ἄκρη, τό ἄκρο{ν}, τό χείλος, τό πέρας: по \~ям στά χείλη· до \~ев ὡς τά χείλια· передний \~ воен. ἡ πρώτη γραμμή· литься через \~ ξεχειλίζω· 2. (страна) ὁ τόπος, ἡ χώρα: родной \~ ὁ πατρικός τόπος· 3. мн. (места, местность) ἡ περιοχή, τό μέρος, ὁ τόπος: теплые \~я οἱ θερμές περιοχές· в наших \~ях στά μέρη μας, στόν τόπο μας· ◊ слышать \~ем уха ἀκούω μέ τήν ἄκρη τοῦ αὐτιοῦ· хватить чергз \~ τό παρακάνω, τό παραλέω· конца· \~ю нет разг ἀπέραντος, ἀτελείωτος· на \~κ> гибели στό χείλος τής καταστροφής· на \~ι6 света στήν ἄκρη τοῦ κόσμου· нз \~я в \~ ἀπ' ἄκρη σ' ἄκρη, παντού.крайIIм тех. ὁ γερανός, τό βαροῦλ-κο: подъемный \~ ὁ γερανός, τό βα-ροῦλκο, τό βίντσι.
Rusca - Yunanca sözlüğünde Rusca КРАЙ kelimesinin Yunanca manası nedir? Rusca dilindeki КРАЙ kelimesinin Yunanca dilindeki manasını yukarıda okuyabilirsiniz. КРАЙ diğer dillerde anlamlarına aşağıdan ulaşabilirsiniz.
Was this article helpful?
93 out of 132 found this helpful