ГОД
Rusca ГОД nedir, Rusca - Yunanca sözlük ГОД ne demek?
год м το έτος, η χρονιά, ο χρόνος учебный \~ το διδακ τικό έτος το σχολικό έτος (в школе) весь (или целый) \~ ολόκληρο χρόνο через \~ μετά ένα χρόνο в прошлом (в будущем) \~у πέρ(υ)σι (του χρόνου) \~ тому назад πριν ένα χρόνο, πέρσι в текущем (или в этом) \~у φέτος из года в \~ από χρόνο σε χρό νο ◇ Новый \~ το Νέον έτος, η Πρωτοχρονιά с Новым годом! ευτυχές το Νέον έτος!, καλή Πρωτοχρονιά!
годм 1. (промежуток времени) ὁ χρόνος, ἡ χρονιά, τό ἐτος: текущий \~ τό τρέχον ἐτος, ὁ φετεινός χρόνος· бюджетный \~ τό οίκονομικόν ἔτος· учебный \~ τό σχολικόν ἔτος, ἡ σχολική χρονιά· високосный \~ τό δίσεκτο ἐτος· урожайный \~ χρόνος πλούσιας σοδειάς· времена \~а οἱ ἐποχές τοῦ ἐτους' \~ рождения χρόνος γέννησης, ἐτος γεννήσεως· \~ смерти ἡ ἡμερομηνία θανάτού ему три \~а εἶναι τριῶν χρονῶν (ἐτῶν)· ему шестнадцатый \~ εἶναι δεκαέξη χρονών (ἐτών), περπατά στά δεκάξη· в будущем \~у τοῦ χρόνου, στό ἐπόμενο ἐτος· в прошлом \~у πέρυσι, πέρσι, τόν περασμένο χρόνο, τό παρελθόν ἐτος· в позапрошлом \~у πρόπερσι, τό προπαρελθόν ἔτος· Два \~а тому назад δυό χρόνια πρίν, πρό δυό ἐτῶν два \~а спустя μετά ἀπό δυό χρόνια· через \~ μετά ἀπό ἕνα χρόνο· около \~а ἕνα χρόνο περίπού два раза в \~ δυό φορές τό χρόνο, δίς τοῦ ἐτους' из \~а в \~ κάθε χρόνο· \~ от \~у ἀπό χρονιά σέ χρονιά· \~ за \~ом κάθε χρόνο· за \~ до... ἕνα χρόνο πρίν...· в течение \~а μέσα στό χρόνο, στή διάρκεια τοῦ ἔτους· по истечении \~а μετά παρέλευσιν ἐτους· с этого \~а ἀπό φέτος, ἀπό τούτη τή χρονιά· в том же \~у τόν ίδιο χρόνο, τό ἰδιο ἔτος· около \~а ἕνα χρόνο περίπου· за (один) \~ μέσα σ' ἕνα χρόνο, στή διάρκεια ἐνός ἔτοῦς· 2. \~||ы мн. (эпоха, период времени) τά χρόνια, ὁ καιρός: детские \~ы τά παιδικά χρόνια· двадцатые \~ы τά χρόνια 20-30, ἡ τρίτη δεκαετηρίδα· люди сороковых \~ов ἡ γενιά τοῦ σαράντα· 3. \~||ы мн. (возраст) ἡ ήλικία, τά χρόνια: он в \~ах εἶναι ἡλικιωμένος· в мой \~ы στήν ἡλικία μου, στά χρόνια μου· ◊ Новый \~ τό νέον ἔτος, ὁ καινούριος χρόνος, ἡ πρωτοχρονιά· с Новым \~ом! Καλή χρονιά!, Καλή πρωτοχρονιά!, εὐτυχές τό Νέον ἔτος!· круг-лый \~ ὁλοχρονίς, ὅλο τό χρόνο· без \~у неделя разг, ар он. πολύ λίγο διάστημα.
Rusca - Yunanca sözlüğünde Rusca ГОД kelimesinin Yunanca manası nedir? Rusca dilindeki ГОД kelimesinin Yunanca dilindeki manasını yukarıda okuyabilirsiniz. ГОД diğer dillerde anlamlarına aşağıdan ulaşabilirsiniz.
Was this article helpful?
93 out of 132 found this helpful