δάνειο(ν)
Yunanca δάνειο(ν) nedir, Yunanca - Rusca sözlük δάνειο(ν) ne demek?
το заём; ссуда;
εσωτερικό (εξωτερικό) δάνειο(ν) — внутренний (внешний) заём;
κρατικό ( — или δημόσιο) δάνειο(ν) — государственный заём;
λαχειοφόρο δάνειο(ν) — выигрышный заём;
δάνειο(ν)
άνευ επιστροφής безвозвратная ссуда;
εντοκο δάνειο(ν) — ссуда под проценты;
δάνειο(ν) μ\'ένέχυρο — ссуда под залог;
παίρνω δάνει — брать ссуду;
δίνω δάνειο(ν) — давать ссуду; — ссужать;
συνάπτω ( — или κάνω) δάνειο(ν) — делать заём;
χορηγώ δάνειο(ν) — предоставлять заём;
εκδίδω δάνειο(ν) — выпускать заём;
§ τον εφαγαν τα δάνεια — он по уши в долгах, не вылезает из долгов
το заём; ссуда;
εσωτερικό (εξωτερικό) δάνειο(ν) — внутренний (внешний) заём;
κρατικό ( — или δημόσιο) δάνειο(ν) — государственный заём;
λαχειοφόρο δάνειο(ν) — выигрышный заём;
δάνειο(ν)
άνευ επιστροφής безвозвратная ссуда;
εντοκο δάνειο(ν) — ссуда под проценты;
δάνειο(ν) μ\'ένέχυρο — ссуда под залог;
παίρνω δάνει — брать ссуду;
δίνω δάνειο(ν) — давать ссуду; — ссужать;
συνάπτω ( — или κάνω) δάνειο(ν) — делать заём;
χορηγώ δάνειο(ν) — предоставлять заём;
εκδίδω δάνειο(ν) — выпускать заём;
§ τον εφαγαν τα δάνεια — он по уши в долгах, не вылезает из долгов
Yunanca - Rusca sözlüğünde Yunanca δάνειο(ν) kelimesinin Rusca manası nedir? Yunanca dilindeki δάνειο(ν) kelimesinin Rusca dilindeki manasını yukarıda okuyabilirsiniz. δάνειο(ν) diğer dillerde anlamlarına aşağıdan ulaşabilirsiniz.
Was this article helpful?
93 out of 132 found this helpful