υπόθεση
Yunanca υπόθεση nedir, Yunanca - Rusca sözlük υπόθεση ne demek?
[ипотэси] ουσ θ предположение, допущение, дело, (νομ) дело, процесс, тема.
[-ις (-εως)] η
1) предположение, допущение; гипотеза;
υπόθεση κάνω — это моё предположение;
2) дело; вопрос;
επείγουσα (δίκαια) υπόθεση — срочное (справедливое) дело;
δήμόσιες ( — или κοινωνικές) υπόθέσεις — общественные дела;
η ουσία της υπόθεσης — суть дела;
υπόθεση της ειρήνης — дело мира;
καταπιάνομαι με την υπόθεση — приниматься за дело;
ας έρθουμε στην υπόθεση — перейдём к делу;
αότό είναι άσχετο με την υπόθεση — это к делу не относится;
είναι άλλη υπόθεση — это другое дело, это другой вопрос;
αυτό είναι δική μου υπόθεση — это моё дело;
είναι προσωπική του υπόθεση — это его личное дело;
δεν ανακατεύομαι σ\' αυτή την υπόθεση — мне нет до этого дела;
γιά ατομική υπόθεση — по личному делу;
αυτή η υπόθεση έγινε το χειμώνα — дело было зимой;
3) сюжет, тема;
η υπόθεση τού μυθιστορήματος ανάγεται είς... — события, описанные в романе, относятся к...;
4) юр. дело;
αστική (ποινική) υπόθεση — гражданское (уголовное) дело;
κερδίζω την υπόθεση — выиграть дело;
§ επί τή υπόθέσει — а) предположим, допустим; — б) например;
καθ\' υπόθεσιν — предположительно, условно
υπόθεση η 1) предположение с 2) дело с, задача ж; υπόθεση της ειρήνης дело мира 3) тема ж, сюжет м 4) юр. дело с
Yunanca - Rusca sözlüğünde Yunanca υπόθεση kelimesinin Rusca manası nedir? Yunanca dilindeki υπόθεση kelimesinin Rusca dilindeki manasını yukarıda okuyabilirsiniz. υπόθεση diğer dillerde anlamlarına aşağıdan ulaşabilirsiniz.
Was this article helpful?
93 out of 132 found this helpful